Τι δημάρχους θέλουμε;

Δημοτικές και αυτοδιοικητικές εκλογές: επείγει να τεθεί σε διάλογο η σύγχρονη προβληματική για τη διακυβέρνηση των πόλεων
Άρθρο στο online περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ (11.02.14)

Είναι εντυπωσιακό ότι η συζήτηση για τις αυτοδιοικητικές εκλογές εξαντλείται στα πρόσωπα. Η κεντρική πολιτική εφαρμόζεται αμάσητη σε τοπικό επίπεδο, και αγνοείται πλήρως μια μεγάλη συζήτηση που γίνεται σε διεθνές επίπεδο για τα ζητήματα αυτά, δηλαδή η σύγχρονη προβληματική για τη διακυβέρνηση των πόλεων. Εκείνο που δεν τέθηκε, αλλά επείγει να τεθεί σε διάλογο, και με καινούριο τρόπο, είναι ο ρόλος του Δήμου, η μορφή και ο τρόπος διαχείρισης της πόλης, η σχέση με τους πολίτες και το κράτος, ο τύπος του δημάρχου που είναι κατάλληλος στη νέα εποχή της κρίσης. Αντί να μεμψιμοιρούμε ή να συνθηματολογούμε, πρέπει να κατανοήσουμε αυτές τις μεγάλες αλλαγές.

Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι μια βαθμίδα της διοίκησης του κράτους ούτε τοπική μικρογραφία της. Κάθε πόλη έχει τη δική της ιδιαίτερη προσωπικότητα που είναι ριζωμένη στη γεωγραφία της, στην τοπική ιστορία της αλλά και στον αστικό χαρακτήρα της, περισσότερο από ό,τι σε ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά. Οι πόλεις πλέον έχουν περισσότερα κοινά στοιχεία με αντίστοιχες πόλεις σε παγκόσμια κλίμακα παρά με την ενδοχώρα τους. Λ.χ., η Θεσσαλονίκη έχει περισσότερα κοινά προβλήματα αλλά και δυνατότητες με τη Μασσαλία παρά με άλλες μακεδονικές πόλεις. Οι πόλεις ρέουν, συνδέουν και συνδέονται. Συνδέουν τους κατοίκους μεταξύ τους αλλά και συνδέονται με άλλες πόλεις δημιουργώντας ροές και κανάλια πληροφορίας, γνώσης και κίνησης. Ο κόσμος μας δεν αποτελείται μόνο από ένα μωσαϊκό κρατών αλλά και από ένα δίκτυο πόλεων που έχει μια σχετική αυτονομία. Οι πόλεις βρίσκονται εντός/εκτός του έθνους-κράτους και έχουν τις δικές τους ζώνες επιρροής και συμφερόντων. Όπως, λ.χ., οι μεγάλες εμπορικές πόλεις της Μεσογείου επί αιώνες ή όπως οι χανσεατικές πόλεις στη Βόρεια Θάλασσα.

Παράξενη αυτή η αυτονομία, ιδίως αν σκεφτούμε τις δικές μας πόλεις στο πλαίσιο της κρίσης. Ωστόσο η ελληνική περίπτωση δεν είναι η μοναδική. Στο ενδιαφέρον βιβλίο της Ο θάνατος και η ζωή των μεγάλων αμερικανικών πόλεων η Jane Jacobs υποστηρίζει ότι «οι πόλεις περιέχουν τους σπόρους της ίδιας τους της αναγέννησης». Μπορούν να αποτελέσουν πεδία άσκησης ισχυρής δημοκρατίας και αστικής και επιχειρηματικής δημιουργικότητας, και άρα να γίνουν η μόνη ελπίδα για μια ουσιαστική ενδυνάμωση του ρόλου του πολίτη. Ενώ όμως βρίσκονται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή εξουσίας κοντά στους κατοίκους και στα προβλήματά τους, στερούνται την αναγκαία αυτονομία και ανεξαρτησία για να τα θεραπεύσουν.

Χρειαζόμαστε στη διαχείριση των πόλεων διαφορετικά επίπεδα αρμοδιοτήτων και ευθυνών, που μπορεί να επιτευχθούν μόνο με νέους τρόπους και μορφές συνεργατικότητας. Οι λύσεις δεν μπορούν να επιβληθούν απέξω και από πάνω, από τεχνοκρατικούς ή κομματικούς σχεδιασμούς, αλλά μόνο μέσα από την κοινωνία των πολιτών, από τους ίδιους τους πολίτες, δηλαδή από την ανάπτυξη νέων δομών λήψης αποφάσεων και νέων πεδίων διαλόγου. Οι πόλεις είναι οι μόνες που μπορούν να υποστηρίξουν μορφές συμμετοχικότητας με τρόπους που σε κανένα άλλο επίπεδο διακυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει. Πρώτα δημιουργείς πολίτες και μετά ψηφοφόρους, και η καλλιέργεια της ιδιότητας του πολίτη απαιτεί συνεχή εκπαίδευση, καινοτομία και πειραματισμό. Η απευθείας συμμετοχή των πολιτών είναι δύσκολη διαδικασία, χρονοβόρα και χρειάζεται δέσμευση, αλλά είναι ταυτόχρονα η σημαντικότερη λειτουργία της διακυβέρνησης του άστεως.

Σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο σε ελληνικό, οι πόλεις αναλαμβάνουν έναν νέο ρόλο και επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με τους πολίτες τους, με το κεντρικό κράτος αλλά και με το διεθνές περιβάλλον τους. Ο ρόλος του δημάρχου αποκτά νέο νόημα και δυναμική. Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά ενός δημάρχου σε αυτό το καινούριο περιβάλλον; Ο πολιτικός στοχαστής Benjamin Barber στο νέο του βιβλίο Αν οι δήμαρχοι κυβερνούσαν τον κόσμο: δυσλειτουργικά κράτη – ακμάζουσες πόλεις αναλύει παραδείγματα δημάρχων και προσπαθεί να περιγράψει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία για τον δήμαρχο στη σημερινή εποχή, προκειμένου να αντισταθμιστεί η κεντρική παρακμή με την τοπική ανάπτυξη.

Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η πόλη φτιάχνει τον δήμαρχο. Ο δήμαρχος διαμορφώνεται κυρίως από την πόλη και λιγότερο από παράγοντες που ενυπάρχουν στο εκάστοτε πολιτικό περιβάλλον. Ο δήμαρχος πρέπει να είναι μια ισχυρή προσωπικότητα που να χαρακτηρίζεται τόσο από την υπέρβαση, στα όρια της ύβρεως, όσο και από το χιούμορ. Πρέπει να έχει πάνω απ’ όλα μια πραγματιστική προσέγγιση στη διακυβέρνηση. Να είναι ένας ρεαλιστής με προτίμηση στην επίλυση προβλημάτων παρά στην ιδεολογία. Πρέπει όμως ταυτόχρονα να έχει την ικανότητα να οραματίζεται, να κοιτάζει πέρα από τα εμφανή όρια, να συλλαμβάνει το επίκοινο εκεί όπου οι άλλοι αντιλαμβάνονται μόνο τη διαφορά, να βρίσκεται στο επίκεντρο αλληλοτεμνόμενων κύκλων και όχι στην κορυφή της πυραμίδας. Πρέπει να αντιλαμβάνεται την πόλη σαν μια μοναδική οντότητα στην οποία αξίζει κανείς να αφοσιωθεί πλήρως, χωρίς άλλες φιλοδοξίες, και για τον οποίο η διαχείριση της πόλης αποτελεί υπέρτατο και τελικό σκοπό.

Οι συνθήκες έχουν πλέον αλλάξει, ο δήμαρχος πρέπει να μετράει τον εαυτό του και τις ικανότητές του σύμφωνα με παγκόσμια στάνταρντ ηγεσίας και πρακτικών διακυβέρνησης. Ο Δήμος έχει πάψει να αποτελεί σκαλοπάτι για την κεντρική εξουσία όσο και παραπαίδι της. Οφείλει να αποκτήσει τον δικό του ανεξάρτητο ρόλο και παρουσία σε διεθνές επίπεδο μέσα από ένα μοντέλο συνεργασίας τόσο με τους πολίτες του όσο και με άλλες πόλεις παγκοσμίως. Η κρίση στην Ελλάδα δοκιμάζει τις πόλεις, αλλά τις δοκιμάζει άνισα, ανόμοια και διαφορετικά τη μία από την άλλη. Η τύχη των πόλεων ασφαλώς δεν είναι αδιάφορη ως προς την τύχη της χώρας. Αλλά η πορεία τους θα είναι διαφορετική και διαφοροποιημένη. Κάθε πόλη επομένως κρατάει ένα κομμάτι του μέλλοντος αποκλειστικά στη δική της ευθύνη. Ο ρόλος των δημάρχων είναι μεγάλος. Αν καταλάβουν τη νέα δυναμική, η πόλη θα τους φτιάξει, κι αν έχουν τη γνώση και το όραμα του νέου ρόλου, της πόλης και του δικού τους, θα φτιάξουν τις πόλεις.